Ένα από τα πρώτα και πιο ύπουλα αποτελέσματα του stalking είναι η σταδιακή απώλεια της αυτενέργειας. Το άτομο παύει να δρα αυθόρμητα. Οι αποφάσεις του δεν βασίζονται πλέον στην επιθυμία, αλλά στον υπολογισμό: αν θα εμφανιστεί, αν θα παρακολουθήσει, αν θα το μάθει.
Ακόμη και απλές καθημερινές κινήσεις μια έξοδος, μια ανάρτηση, μια διαδρομή περνούν από εσωτερικό έλεγχο. Με αυτόν τον τρόπο, το stalking δεν περιορίζει μόνο τη συμπεριφορά, αλλά αλλοιώνει τον τρόπο που το άτομο σχετίζεται με τον εαυτό του.
Το stalking σπάνια ξεκινά με ανοιχτή επιθετικότητα. Συχνά εμφανίζεται μέσα από «συμπτώσεις», μηνύματα χωρίς λόγο, γνώση πληροφοριών που δεν μοιράστηκαν ποτέ. Αυτή η συνεχής, ανεπιθύμητη παρουσία δημιουργεί μια βαθιά σύγχυση: πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος;
Τα ψυχικά όρια — η αίσθηση του τι είναι προσωπικό, τι επιτρέπεται και τι όχι αρχίζουν να θολώνουν. Το άτομο μπορεί να αμφισβητήσει ακόμη και το δικαίωμά του να θέτει όρια, να νιώθει άβολα ή να αντιδρά.
Ένα από τα πιο τραυματικά στοιχεία του stalking είναι η αίσθηση ότι ο χρόνος και ο χώρος δεν ανήκουν πια αποκλειστικά στο ίδιο το άτομο. Ότι κάποιος άλλος έχει πρόσβαση στη ζωή του χωρίς συναίνεση. Όχι απαραίτητα επειδή εισέβαλε βίαια, αλλά επειδή δεν αποσύρθηκε όταν του ζητήθηκε ή όταν τα όρια έγιναν σαφή.
Αυτή η εμπειρία δημιουργεί υπερεγρήγορση, άγχος και εσωτερική ένταση. Το άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση προσαρμογής, σαν να ζει σε έναν χώρο που δεν του ανήκει πλήρως.
Ένα επιπλέον ψυχολογικό βάρος είναι η σύγχυση που βιώνει το ίδιο το θύμα. Συχνά δεν πρόκειται μόνο για φόβο, αλλά και για ενοχή, αμφιβολία ή ντροπή. Σκέψεις όπως «ίσως υπερβάλλω», «δεν μου κάνει κάτι ξεκάθαρα κακό» ή «ίσως φταίω κι εγώ» είναι συχνές.
Η επούλωση από το stalking δεν περιορίζεται στην απομάκρυνση του άλλου προσώπου. Αφορά κυρίως την αποκατάσταση της αίσθησης ελέγχου, την επαναδιεκδίκηση των ορίων και την επιστροφή της αυτενέργειας. Το άτομο χρειάζεται χρόνο για να νιώσει ξανά ότι του ανήκει ο εσωτερικός και ο εξωτερικός του χώρος.
Όταν μιλάμε για stalking, η πρώτη λέξη που έρχεται συνήθως στο μυαλό είναι ο φόβος. Κι όμως, για πολλά άτομα που το βιώνουν, ο φόβος δεν είναι το κυρίαρχο συναίσθημα τουλάχιστον όχι στην αρχή. Αντίθετα, αυτό που εμφανίζεται πιο έντονα είναι η σύγχυση. Μια εσωτερική πάλη που κάνει το άτομο να αμφισβητεί την ίδια του την εμπειρία.
Το stalking μπερδεύει το θύμα γιατί δεν λειτουργεί πάντα με ξεκάθαρα όρια. Δεν είναι πάντα απειλή. Δεν είναι πάντα βία. Συχνά κινείται σε γκρίζες ζώνες που αποδομούν σταδιακά την εμπιστοσύνη στο ίδιο το ένστικτο.
Ένα από τα πρώτα συναισθήματα που εμφανίζονται είναι η ενοχή. Το άτομο αρχίζει να αναρωτιέται αν αντιδρά υπερβολικά, αν παρερμηνεύει τη συμπεριφορά του άλλου, αν “δίνει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση πρέπει”.
Η ενοχή αυτή δεν προκύπτει τυχαία. Το stalking συχνά παρουσιάζεται με τρόπους κοινωνικά ανεκτούς: ενδιαφέρον, επιμονή, «φροντίδα». Όταν η συμπεριφορά δεν είναι ξεκάθαρα απειλητική, το θύμα στρέφει την αμφιβολία προς τον εαυτό του αντί προς τον άλλον.
Έτσι, αντί να εμπιστευτεί το δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνει, προσπαθεί να το εξηγήσει ή να το μειώσει.
Η σύγχυση είναι ίσως το πιο κεντρικό ψυχολογικό στοιχείο του stalking. Το άτομο μπορεί να σκέφτεται: δεν με απειλεί, δεν με αγγίζει, δεν μου μιλά άσχημα. Και όμως, νιώθει διαρκώς άβολα, σε εγρήγορση, περιορισμένο.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που «φαίνεται» και σε αυτό που βιώνεται δημιουργεί έντονη εσωτερική σύγκρουση. Το άτομο δυσκολεύεται να δικαιολογήσει την ενόχλησή του, γιατί δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο γεγονός που να την εξηγεί.
Η σύγχυση αυτή λειτουργεί αποδιοργανωτικά: θολώνει την κρίση, καθυστερεί την αναγνώριση του προβλήματος και συχνά παρατείνει την έκθεση στη συμπεριφορά.
Καθώς το stalking εξελίσσεται, συχνά εμφανίζεται η ντροπή. Όχι επειδή το άτομο φταίει, αλλά επειδή νιώθει ότι «έπρεπε να το είχε σταματήσει νωρίτερα», «έπρεπε να είχε καταλάβει», «δεν έβαλε όρια».
Η ντροπή είναι ιδιαίτερα βαριά γιατί στρέφεται προς τον εαυτό. Το άτομο δεν κατηγορεί πια μόνο τον άλλον, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό για την εμπειρία. Αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη τη συζήτηση, την αναζήτηση βοήθειας και τη συναισθηματική αποφόρτιση.
Το stalking μπερδεύει το θύμα γιατί δεν παραβιάζει μόνο εξωτερικά όρια. Παραβιάζει και εσωτερικά. Αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στο ένστικτο, στη σκέψη, στο συναίσθημα. Και όταν το άτομο πάψει να εμπιστεύεται τον εαυτό του, γίνεται πιο ευάλωτο στη συνέχιση της εμπειρίας.
Γι’ αυτό και η αναγνώριση αυτών των συναισθημάτων ενοχής, σύγχυσης, ντροπής δεν είναι αδυναμία. Είναι σημάδι ότι κάτι παραβιάζεται, έστω κι αν δεν έχει ακόμη όνομα.
Η ψυχική αποκατάσταση ξεκινά όταν το άτομο κατανοήσει ότι δεν χρειάζεται να φοβάται για να δικαιούται να προστατευτεί. Το δυσάρεστο συναίσθημα είναι αρκετό. Η εσωτερική αναστάτωση είναι ήδη ένα μήνυμα.
Όταν το stalking αναγνωρίζεται όχι μόνο ως απειλή, αλλά ως εμπειρία που μπερδεύει, αποσταθεροποιεί και διαβρώνει την αυτοαντίληψη, τότε ανοίγει ο δρόμος για κατανόηση, όρια και θεραπεία.
Όταν όλα γύρω αλλάζουν, χρειάζεσαι έναν σταθερό χώρο για να σταθείς. Μαζί, τον χτίζουμε. Η σχέση μας γίνεται σημείο αναφοράς.
Ένας χώρος μόνο για εσένα!